ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ – Präsens
| Οριστική – Indikativ | Υποτακτική – Konjunktiv | Προστακτική – Imperativ | Μετοχή – Partizip |
|---|---|---|---|
| διαλέγω διαλέγεις διαλέγει διαλέγουμε διαλέγετε διαλέγουν | να διαλέγω να διαλέγεις να διαλέγει να διαλέγουμε να διαλέγετε να διαλέγουν | διάλεγε διαλέγετε | διαλέγοντας |
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ – Imperfekt
| Οριστική – Indikativ (continuum) | Υποτακτική – Konjunktiv |
|---|---|
| διάλεγα διάλεγες διάλεγε διαλέγαμε διαλέγατε διάλεγαν | να διάλεγα να διάλεγες να διάλεγε να διαλέγαμε να διαλέγατε να διάλεγαν |
ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ – Futur
| Εξακολουθητικός – Continuum | Στιγμιαίος – Einmalig |
|---|---|
| θα διαλέγω θα διαλέγεις θα διαλέγει θα διαλέγουμε θα διαλέγετε θα διαλέγουν | θα διαλέξω θα διαλέξεις θα διαλέξει θα διαλέξουμε θα διαλέξετε θα διαλέξουν |
ΑΟΡΙΣΤΟΣ – Aorist
| Οριστική – Indikativ (einmalig) | Υποτακτική – Konjunktiv | Προστακτική – Imperativ | Απαρέμφατο – infin. Form |
|---|---|---|---|
| διάλεξα διάλεξες διάλεξε διαλέξαμε διαλέξατε διάλεξαν | να διαλέξω να διαλέξεις να διαλέξει να διαλέξουμε να διαλέξετε να διαλέξουν | διάλεξε διαλέξτε | διαλέξει |
ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ – Perfekt
| Οριστική – Indikativ | Υποτακτική – Konjunktiv |
|---|---|
| έχω διαλέξει έχεις διαλέξει έχει διαλέξει έχουμε διαλέξει έχετε διαλέξει έχουν διαλέξει | να έχω διαλέξει να έχεις διαλέξει να έχει διαλέξει να έχουμε διαλέξει να έχετε διαλέξει να έχουν διαλέξει |
ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ – Plusquamperfekt
| Οριστική – Indikativ | Υποτακτική – Konjunktiv |
|---|---|
| είχα διαλέξει είχες διαλέξει είχε διαλέξει είχαμε διαλέξει είχατε διαλέξει είχαν διαλέξει | να είχα διαλέξει να είχες διαλέξει να είχε διαλέξει να είχαμε διαλέξει να είχατε διαλέξει να είχαν διαλέξει |
ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ – Futur II
| Υποτακτική – Konjunktiv |
|---|
| θα έχω διαλέξει θα έχεις διαλέξει θα έχει διαλέξει θα έχουμε διαλέξει θα έχετε διαλέξει θα έχουν διαλέξει |
