ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ – Präsens
| Οριστική – Indikativ | Υποτακτική – Konjunktiv |
|---|---|
| εκφράζομαι εκφράζεσαι εκφράζεται εκφραζόμαστε εκφράζεστε εκφράζονται | να εκφράζομαι να εκφράζεσαι να εκφράζεται να εκφραζόμαστε να εκφράζεστε να εκφράζονται |
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ – Imperfekt
| Οριστική – Indikativ (continuum) | Υποτακτική – Konjunktiv |
|---|---|
| εκφραζόμουν εκφραζόσουν εκφραζόταν εκφραζόμασταν εκφράζόσασταν εκφράζονταν | να εκφραζόμουν να εκφραζόσουν να εκφραζόταν να εκφραζόμασταν να εκφράζόσασταν να εκφράζονταν |
ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ – Futur
| Εξακολουθητικός – Continuum | Στιγμιαίος – Einmalig |
|---|---|
| θα εκφράζομαι θα εκφράζεσαι θα εκφράζεται θα εκφραζόμαστε θα εκφράζεστε θα εκφράζονται | θα εκφραστώ θα εκφραστείς θα εκφραστεί θα εκφραστούμε θα εκφραστείτε θα εκφραστούν |
ΑΟΡΙΣΤΟΣ – Aorist
| Οριστική – Indikativ (einmalig) | Υποτακτική – Konjunktiv | Προστακτική – Imperativ | Απαρέμφατο – infin. Form |
|---|---|---|---|
| εκφράστηκα εκφράστηκες εκφράστηκε εκφραστήκαμε εκφραστήκατε εκφράστηκαν | να εκφραστώ να εκφραστείς να εκφραστεί να εκφραστούμε να εκφραστείτε να εκφραστούν | εκφράσου εκφραστείτε | εκφραστεί |
ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ – Perfekt
| Οριστική – Indikativ | Υποτακτική – Konjunktiv |
|---|---|
| έχω εκφραστεί έχεις εκφραστεί έχει εκφραστεί έχουμε εκφραστεί έχετε εκφραστεί έχουν εκφραστεί | να έχω εκφραστεί να έχεις εκφραστεί να έχει εκφραστεί να έχουμε εκφραστεί να έχετε εκφραστεί να έχουν εκφραστεί |
ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ – Plusquamperfekt
| Οριστική – Indikativ | Υποτακτική – Konjunktiv |
|---|---|
| είχα εκφραστεί είχες εκφραστεί είχε εκφραστεί είχαμε εκφραστεί είχατε εκφραστεί είχαν εκφραστεί | να είχα εκφραστεί να είχες εκφραστεί να είχε εκφραστεί να είχαμε εκφραστεί να είχατε εκφραστεί να είχαν εκφραστεί |
ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ – Futur II
| Υποτακτική – Konjunktiv |
|---|
| θα έχω εκφραστεί θα έχεις εκφραστεί θα έχει εκφραστεί θα έχουμε εκφραστεί θα έχετε εκφραστεί θα έχουν εκφραστεί |
